φρένο

φρένο
το тормоз;

πατώ το φρένο — тормозить;

βάζω φρένο перен. — а) тормозить (что-л.); — препятствовать (чему-л.); — б) обуздывать (кого-л.)


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "φρένο" в других словарях:

  • φρένο — (ή πέδη). Μηχανισμός ικανός να μειώσει την ταχύτητα ενός οργάνου που βρίσκεται σε κίνηση. Ο τύπος φ. που χρησιμοποιείται συχνότερα ενεργεί με ξηρά τριβή: η κινητική ενέργεια μετατρέπεται σε θερμότητα, που απομακρύνεται με την απλή αγωγιμότητα ή… …   Dictionary of Greek

  • φρένο — το (λ. γαλλ.), η τροχοπέδη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Φρενό, Αντρέ — (Frénaud, Μοντσό λε Μιν 1907 1993). Γάλλος ποιητής. Αφιερώθηκε στην ποίηση από το 1941, κατά τη διάρκεια της ομηρείας του στη Γερμανία, εκφράζοντας φιλοσοφικές ιδέες συγγενικές με τον υπαρξισμό. Η ιδιοτυπία της τέχνης του συνίσταται στην έρευνα… …   Dictionary of Greek

  • Φρενό, Φιλίπ — (Fréneau, Νέα Υόρκη 1752 – Φρίχολντ, Nιου Tζέρσεϊ 1832). Αμερικανός ποιητής και δοκιμιογράφος. Υπήρξε ένας από τους πρώτους ανθρώπους των γραμμάτων της λογοτεχνικής ιστορίας της νέας ηπείρου. Ήταν ντεϊστής, υποστηρικτής της σωτηρίας της ψυχής και …   Dictionary of Greek

  • μοτοσικλέτα — Οδικό όχημα με κινητήρα και δύο (ή σπανιότερα τρεις) τροχούς, για μεταφορά προσώπων ή και εμπορευμάτων. Όπως το αυτοκίνητο προήλθε από τις άμαξες, στις οποίες τοποθετήθηκαν κινητήρες ατμού ή εσωτερικής καύσης, έτσι και οι πρώτες μ. γεννήθηκαν από …   Dictionary of Greek

  • αυτοκίνητο — Όχημα το οποίο κινείται με κινητήρα που έχει πάνω του και το οποίο δεν σέρνεται από εξωτερική δύναμη. Γενικά χερσαίο όχημα που είναι κατασκευασμένο για να κινείται κατά κανόνα σε δρόμους και αντλεί την απαραίτητη για την κίνησή του ωστική δύναμη… …   Dictionary of Greek

  • μηχανοπέδη — η φρένο μηχανών το οποίο χρησιμοποιείται ιδίως στους σιδηροδρόμους και τροχιοδρόμους και λειτουργεί με πεπιεσμένο αέρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μηχανή + πέδη «φρένο, δεσμός» (πρβλ. γλωσσο πέδη, τροχο πέδη)] …   Dictionary of Greek

  • οπισθοδρόμηση — Κίνηση προς τα πίσω, που εκτελεί ένα οποιοδήποτε πυροβόλο όπλο. Η κίνηση αυτή οφείλεται στην ενέργεια των αέριων εκπυρσοκρότησης, που, εκτός από την εκτόξευση του βλήματος, ασκούν και μια αξονική πίεση στο κλείστρο του όπλου· αντίθετα με ό,τι… …   Dictionary of Greek

  • ποδήλατο — Όχημα με δύο τροχούς ίσης διαμέτρου, εφοδιασμένους με ελαστικά και τοποθετημένους σε μεταλλικό πλαίσιο. Το π. κινείται από τη μυϊκή δύναμη των ποδιών του ατόμου το οποίο το χρησιμοποιεί. Η δύναμη προώθησης μεταδίδεται στον πίσω τροχό με μια… …   Dictionary of Greek

  • φρενάρω — Ν πατώ φρένο, τροχοπεδώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < φρένο + ρηματ. κατάλ. άρω*] …   Dictionary of Greek

  • φρενάρω — (λ. ιταλ.), φρενάρισα και φρέναρα, μτβ. και αμτβ., πατώ το φρένο, σταματώ με το φρένο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»